Να γνωρίσουμε τα χωριά της Βορείου Ηπείρου: Το Αλύκο

0

Ήταν το διοικητικό κέντρο της επαρχίας Αλύκου, σήμερα ανήκει στο δήμο Φοινίκης. Απλώνεται απάνω σ’ ένα μαλακό λόφο σε υψόμετρο 60 μέτρα, 2 χιλιόμετρα δεξιά του αυτοκινητόδρομου Δέλβινο-Κονίσπολη, 6,5 χιλιόμετρα ανατολικά των Αγ. Σαράντα.

Κατά τον Απόστολο Πάγκο, πήρε αυτό το όνομα από τον κτηματία Αλή, που το θεμελίωσε. Η δεύτερη εκδοχή συνδέει το όνομά του με το άγριο ζώο, το λύκο, επειδή ο λόφος ήταν πυκνοφυτεμένος και είχε πολλούς λύκους. Μια άλλη εκδοχή συνδέει το όνομα με τις αλυκές που έκαναν στον κάμπο οι κάτοικοί του. Σήμερα οι νέοι Αλυκιώτες συνηθίζουν να το ονομάζουν Αλυκές.

Κατοικείται από ελληνικής καταγωγής κατοίκους.

Στην απογραφή του 1852 αναφέρεται με 32 οικογένειες. Βάσει της απογραφής του 1913 είχε 17 σπίτια με 150 κατοίκους, το 1923 είχε 46 σπίτια με 304 κατοίκους και το 1927 είχε 311 κατοίκους.

Δύο φορές οι κάτοικοί του ξεσηκωθήκαν κατά του Ιταλού Αρτούρο Ορλεάντι διότι αγόρασεκτήματα από τους αγάδες και δημιούργησε επιχείρηση με οπωροφόρα δέντρα και αμπέλια και έβαζε μεγάλους φόρους στους χωρικούς.

Πρόσφατα, τυχαία, ανακαλύφτηκαν τα λείψανα της εκκλησίας της Αγίας Βαρβάρας, που σύμφωνα τους αρχαιολόγους που τα είδαν ανήκουν στον δεύτερο αιώνα μ. Χ. Άλλο ένα εύρημα για την αρχαιότητα κατοικίας αυτού του χώρου.

Στην εκκλησία του Αλύκου μάθαιναν γραφή και ανάγνωση λιγοστοί, για να ’ρθουμε στο έτος 1874 που άνοιξε το πρώτο σχολείο στην ελληνική γλώσσα. Τα έτη 1898-99 ο Ευάγγελος Ιωαννίδης (γνωστός παπα-Βαγγέλης) μετατρέπει την Κεντρική Σχολή σε Επτάχρονο Σχολαρχείο. Η πρώτη γενιά των ελληνοδιδασκάλων του Αλύκου είναι: ο Ευάγγελος Ιωαννίδης, ο Ανδρέας Ιωαννίδης, ο Γρηγόριος Μάσσιος, ο Ευάγγελος Ζάχος, ο Κωνσταντίνος Ιωάννου και ο Σταύρος Ιωαννίδης.Το 1977 άνοιξε η μέση Γεωργική σχολή μέχρι το 1991.

Το χωρίο Αλύκο έχει ξεχωριστή θέση στο ιστορικό του κατά τη διάρκεια της μακράς περιόδου του δικτατορικού καθεστώτος στην Αλβανία. Τα αποτελέσματα των εκλογών, 2 Δεκεμβρίου 1945, που η κόκκινη κάλπη πήρε μόνον 6 ψήφους, θα βαρύνουν πολύ το κλίμα των Αλυκιωτών. Άρχισαν οι συλλήψεις, οι εξορίες και οι διαπομπεύσεις.

Σαν αποτέλεσμα της άγριας αυτής θηριωδίας πέθαναν στις φυλακές ο Βαγγελης Κώτσιος και ο Χρήστος Παπάς.

Φυλακιστήκαν οι: Σταύρος Ιωαννίδης με 15χρόνια, τέλεσε 10, ο Λιώλης Παπάς με 30, ο Βαγγέλης Κόκκαλης με 25, τέλεσε 10, ο Χαράλαμπος Κόκκαλης με 30 χρόνια, τέλεσε τα 12, ο Βαγγέλης Ζ. Παπάς με 6 χρόνια, ο Νάσιος Ζ. Παπάς με 6, ο Βαγγέλης Μ. Παπάς με 8, ο Βασίλης Παπάς με 12, ο Βαγγέλης Π. Κώτσης με 10, ο Γρηγόρης Γιώτης με 12, ο Βασίλης Γ. Κόκκαληςμε 7, ο Χαράλαμπος Ζάχος με 5, ο Βαγγέλης Ζάχος με 27 χρόνια, ο Ευθύμιος Μάσσιος, ο ΜήτσιοςΤσιάβος…

Το 1946 εξορίστηκαν οι πρώτες 3οικογένειες, το 1977 άλλες 3 οικογένειες.

Ανακηρύχτηκαν 4 οικογένειες «κουλάκος» και 5 «εχθρός του λαού».

Από το Αλύκο κατάγεται ο ιερέας οπλαρχηγός Παπα-Ανδρέας, όπου μαζί με τον οπλαρχηγό Θύμιο Λιώλη και τον Τσιάβο Κόκκαλη ήταν φλογεροί υποστηρικτές της εθνικότητάς μας και της όμορφης ελληνικής γλώσσας. Καταδικάστηκε από το κομμουνιστικό καθεστώς ερήμην σε κρεμάλα.

Από το Αλύκο δραπέτευσαν στην Ελλάδα 11 άτομα.

Στις 12 Δεκεμβρίου 1990, καθώς προσπαθούσαν να περάσουν τα σύνορα, δολοφονήθηκαν εν ψυχρώ τέσσερις νεαροί: ο Ευθύμιος Μάσσιος, ο Θανάσης Κώτσης, ο Αηδόνης Κώτσης και ο Ευάγγελος Μήτρος. Την ημέρα της ενταφίασης έγινε η μεγαλύτερη αντικομουνιστική διαδήλωση και η μέρα μπήκε στην ιστορία ως «Μέρα κατά της κομμουνιστικής δικτατορίας».

Το 1964 το Αλύκο ενώθηκε με τα χωριά: Τσαούσι, Τρέμουλη, Ραχούλα, Νεοχώρι, Γέρμα, Χάλιο, Φανάρι, Καινούργιο και Τσούκα, σχηματίζοντας τον Ενωμένο Συνεταιρισμό του Αλύκου.

Η κυριότερη κατεύθυνση της οικονομίας είναι η γεωργία, η κτηνοτροφία και η φρουτοκαλλιέργεια. Στα χρόνια της συνεταιριστικής ζωής λειτούργησε εμπορικό και υγειονομικό κέντρο, φθάνοντας το χωριό τους 1191 κατοίκους.

Σήμερα ο πληθυσμός μειώθηκε αισθητά, λειτουργεί Δημοτικό και Εννιάχρονο σχολείο.

Στην πλατεία του χωριού, ανακαινισμένη από τους Κύπριους και λέγεται «Πλατεία Κύπρος», με την μέριμνα του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου χτίσθηκε οι καινούργιος Ναός των Τεσσαράκοντα Μαρτύρων.

(από συνεργάτη της ΣΦΕΒΑ στη Β. Ήπειρο)