Μαρτυρία μίας πρωταγωνίστριας στην εξέγερση της Δίβρης την 23η Δεκεμβρίου 1990

0

Αφήγηση της Γεωργίας Στέργιου…

Στα τέλη του 1990 ξεκίνησαν τα πρώτα κρούσματα δυσφορίας και απογοήτευσης προς το κομμουνιστικό σύστημα, τα οποία πήραν μεγαλύτερες διαστάσεις κατά το 1991 και μετά. Μέχρι τότε ο λαός πλήρωνε τη βάρβαρη ολοκληρωτική αντίληψη και πράξη της Χοτζικής αυταρχικής δικτατορίας με πείνα, ανέχεια και απόγνωση.
Από το χώρο της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας άρχισαν οι μαζικές αποδράσεις για την Ελλάδα.
Νέες και νέοι από τη Δρόπολη, το Βούρκο, τα Ριζά χωρίς να λογαριάζουν τη ζωή τους αποφασίζανε να αφήσουνε πίσω τους δικούς τους, την οικογένειά τους, για να αναπνεύσουν ελεύθερο αέρα στη μητέρα Ελλάδα.
Από τη Δίβρη έφυγαν τον Αύγουστο του 1990, από τα βουνά της Λεσινίτσας 4 νέοι και μια νεαρή. Ακολούθησαν μετά άλλοι δύο από του Σεντενίκου.Εντωμεταξύ και από τα άλλα χωριά η φυγή (σποραδική μεν) είχε ξεκινήσει, αλλά υπήρχαν και περιπτώσεις που δεν μπορούσαν να διαφύγουν και έπεφταν στα χέρια των συνοριοφυλάκων.
Παράδειγμα ήταν τα αδέρφια Πράσσου από τη Δρόπολη, που τα γυρόφερναν για παραδειγματισμό σε όλα τα χωριά της Βορείου Ηπείρου.

Ο Δεκέμβρης ήταν μήνας αναβρασμού και γεγονότων.
Η δικτατορία ενεργεί εγκληματικά, κάνει τους
τελευταίους επιθανάτιους σπαραγμούς.
Ματώνεται ο Σεντενίκος με το σκοτωμό του Παπουτσή
από τη Μάλτσιανη και του Ντάλλα από την
Κουλουρίτσα.
Στο Τσιφλίκι χύνουν το αίμα τους στα
συρματοπλέγματα,
λίγα βήματα από τη μητέρα Ελλάδα, που τόσο
ποθούσαν να πατήσουν, τρία παιδιά από
τ ‘Αλύκου κι ένα από τη Γέρμα.

Ανήκουστο μακελειό, έφριξε ο κατατρομαγμένος κοσμάκης, καταράστηκε, βόγκηξε οργισμένος.
Οι Αλυκιώτες και όλος ο Βούρκος ξεσηκώθηκαν και διαμαρτυρήθηκαν, ζητώντας ελευθερία
και δημοκρατία.
Όμως η δικτατορία ζούσε ακόμα και η ανθρώπινη ζωή κόστιζε πολύ φθηνά, αν όχι καθόλου.
Οι μέρες του Δεκέμβρη περνούσαν με άγχος και αγωνία. Ακούγαμε από τα γύρω χωριά
αθρόες δραπετεύσεις. Στη Δίβρη επικρατούσε ακόμα σχετική ηρεμία, με ανάριες περιπτώσεις
φυγής.

Μερικές ομάδες νέων ξεκινούσαν, πήγαιναν μέχρι τα σύνορα, μέσα στη νύχτα και στα
χιονισμένα βουνά τα βρίσκανε σκούρα και γυρίζανε πίσω.Ακόμα και μαθητές από τη
Γενική Μέση Σχολή του Θεολόγου προσπαθούσαν να δραπετεύσουν.
Η δικτατορία δεν παραδίνονταν και προπαντός για εμάς τους Βορειοηπειρώτες.
Σε όλες τις οικογένειες επικρατούσε αγωνία, οι νέες και οι νέοι βρίσκονταν στο πόδι.
Το Κέντρο της Δίβρης κάθε μέρα ήταν γεμάτο από κόσμο. Η μόνη συζήτησή τους ήταν η φυγή,
η οποία τους προβλημάτιζε, από τη μια μεριά οι συνοριακοί φρουροί και τα ηλεκτροφόρα
συρματοπλέγματα, από την άλλη τα χιόνια και οι γκρεμοί του Σεντενίκου και της Στουγάρας.
Ούκ ο λίγοι άφησαν τα κόκαλά τους εκεί στους γκρεμούς.

Ο αδερφός μου μου ο Άλκης, κανονίζει με την παρέα του κι αφού είχαμε και άνθρωπο που θα
μας έδειχνε το δρόμο για τα σύνορα και ξεκινάμε στις 22 Δεκέμβρη το απόγευμα.
Ήμασταν μια παρέα 13 ατόμων, εγώ τότε ήμουν μαθήτρια Λυκείου. Εκτός από εμένα ήταν ο
αδερφός μου ο Άλκης και η αδερφή μου η Φωτούλα , οι αδερφές Αντιγόνη και Νόρα Λάγιου,
ο άντρας της Γόνης ο Τέλης Χαρμπάτσης, τα αδέρφια Θοδωρας και Ηλίας Παππάς (Βίτος)
και η γυναίκα του Θόδωρα η Πολυξένη Μπερούκα, ο Φώτος Πηγάδης, ο Δήμος Σακελλάρης,
τα αδέρφια Ορέστης και Άλκης Χαρίτος.
Περπατάγαμε μέσα στη νύχτα, ξεπαγιάσαμε από το κρύο. Είχαμε μαζί μας σύκα και κρασί
για να μας κρατάνε ζεστούς.
Στο δρόμο μας βρήκαμε και άλλη μια παρέα Διβριωτών, οι οποίοι πήγαν μέχρι σε ένα σημείο
και γύρισαν ξανά, γιατί δεν ήξεραν το μονοπάτι φυγής.
Μέσα στο σκοτάδι ήταν δύσκολο να δρασκελίσουμε τη Στουγάρα, βλέπαμε παντού χιόνι και
τίποτα άλλο.
Κάποια στιγμή λιποθυμάω και με κουβάλησαν στους ώμους τους τα αγόρια της παρέας.

Μια κοπέλα από την παρέα μας γλιστράει και πέφτει στο γκρεμό, τραυματίζεται, αλλά συνεχίζει
το δρόμο για την ελευθερία.
Οι παγίδες ήταν πολλές και δεν ξέραμε ποιο μονοπάτι να ακολουθήσουμε. 4 από την παρέα
ξεκόβονται και ακολουθούν άλλο μονοπάτι. Κι ο αδερφός μου ήθελε να φύγει μαζί τους,
αλλά σκέφτηκε ότι έχει μαζί του 2 αδερφές και τελικά έμεινε.
Το κρύο μας περόνιασε μέχρι που πήρε να ξημερώσει.Τότε ακούμε μια ριπή από Καλάσνικοφ
και το αίμα μάς κόπηκε.
Οι φύλακες μας είχαν αντιληφθεί και μας συνέλαβαν.

Η τύχη των άλλων τεσσάρων αγνοούνταν. δεν ξέραμε αν πέρασαν ή αν τους έπιασαν…
Μας συνόδεψαν στο φυλάκιο της Λεσινίτσας με τα αγόρια να τους έχουν περάσει χειροπέδες.
Μιλούσαν στο τηλέφωνο, με το κέντρο, τι να μάς κάνουν. Η διαταγή δόθηκε, θα μας πήγαιναν
στους Αγίους Σαράντα, όπου εκεί μας περίμενε κακομεταχείριση και άγριος ξυλοδαρμός.
Μας πέρασαν στο Κοτσιάτι (συνοικία της Λεσινίτσας) και στο πηγάδι αντίκρισε τη συμμαθήτριά
μου τη Μαριάνθη Κοτσικόρη.
Το τι κλάμα έριξε που μας είδε δεν φαντάζεσαι….Μας ανέβασαν σε ένα κλειστό όχημα του
στρατού και πήραμε το δρόμο για το Θεολόγο.Εκεί όταν αντίκρισα το κέντρο και το σχολείο
δάκρυσα για πρώτη φορά. Και η δεύτερη φορά ήταν όταν πέρασα μπροστά από το σπίτι μου.
Εντωμεταξύ στη Δίβρη έφτασε μυστικά η είδηση ότι τα 9 παιδιά θα τα περάσουν για τη
» Ντέγκα»(τμήμα ασφαλείας). Όπως ήταν μαζεμένοι οι Διβριώτες στο Κέντρο του χωριού
κινητοποιήθηκαν άμεσα για να εμποδίσουν τη διέλευση του στρατιωτικού οχήματος.

Ο αδερφός του Δήμου Σακελλάρη, μη γνωρίζοντας ότι ο αδερφός του δραπέτευσε τελικά,
μαζί με τον Σπύρο και Βασίλη Κονόμο πήραν ένα παραιτημένο γεωργικό μηχάνημα και
έστησαν οδόφραγμα στη στροφή, κάτω από τα πλατάνια.
Με το που είδαν αυτή την κίνηση και άλλοι νέοι βοήθησαν κουβαλώντας ότι έβρισκαν μπροστά
τους, να στηθεί πιο μεγάλο και δυνατό το οδόφραγμα.
Ειδοποιήθηκαν με το χωνί όλοι οι μαχαλάδες ότι περνούν τα παιδιά για τους Αγίους Σαράντα.
Οι Διβριώτες έτρεχαν φουρτουνιασμένοι και οργισμένοι χωρίς να λογαριάζουν τις συνέπειες,
έτοιμοι για τη μάχη με το «δράκο» της δικτατορίας..

Σε ένα τέταρτο γέμισε το Κέντρο κόσμο, άνδρες, γυναίκες, παιδιά και γέροντες με παλούκια
και πέτρες στα χέρια.
Μόλις είχε πέσει ο ήλιος κι εμείς κλεισμένοι στο όχημα δεν γνωρίζαμε τίποτα…
Ξαφνικά ο οδηγός σταματάει απότομα.Φοβηθήκαμε, τι να συμβαίνει άραγε;;;;
Και τότε ακούμε φωνές, πέτρες να πέφτουν πάνω στο φορτηγό.
-Δώστε μας τα παιδιά, αλλιώς δε σας αφήνουμε να φύγετε ζωντανούς από εδώ.
Η σειρήνα και η καμπάνα χτυπούσε ασταμάτητα.

Στιγμές πατριωτικής ενότητας, που αναβίωναν την πατροπαράδοτη παλικαριά και κινητοποίηση
του χωριού μας.
Ο αστυνομικός με τους φαντάρους βλέποντας το εξαγριωμένο πλήθος των διβριωτών,
φοβήθηκαν, αλλά δεν έκαναν πίσω.Ήταν έτοιμοι να πυροβολήσουν και τότε πετάγεται ο
Ζήσος Κούρης ο οποίος προστάζοντας το στήθος είπε:-Εγώ δε φοβήθηκα το βόλι στον
πόλεμο, θα φοβηθώ αυτούς εδώ.
Τόσο ήθελαν οι Διβριώτες και όρμηξαν με πέτρες, ξύλα, λιθάρια προς τους αλβανούς
στρατιώτες, αρπάχτηκαν μαζί τους, ενώ μερικοί ανέβηκαν στο όχημα που βρισκόμασταν εμείς.
Μητέρες έκλαιγαν, ο κόσμος φώναζε αγανακτισμένος.
Ο Αστυνομικός με τους στρατιώτες ήθελαν να ειδοποιήσουν το Κέντρο, αλλά οι διβριώτες
είχαν λάβει τα μέτρα τους, κόβοντας την τηλεφωνική γραμμή.
Στη συνέχεια ήθελαν να τους ξυλοκοπήσουν, αλλά κάποιος πετάχτηκε και είπε, ότι κι αυτοί,
παιδιά μάνας είναι.έχουμε κι εμείς παιδιά δικά μας που υπηρετούν στο στρατό.
Έτσι, μπροστά σε αυτή την απρόσμενη αντίσταση μας απελευθέρωσαν, ενώ τους φαντάρους
που έτρεμαν σαν σπουργίτια, τους πήγαν στο καφενείο και τους κέρασαν ρακί.

Εν τω μεταξύ τα χωριά του Βούρκου και του Θεολόγου, άκουσαν τις σειρήνες και τους
πυροβολισμούς και ανησυχούσαν όλη τη νύχτα, για το τι γίνεται στη Δίβρη
Εμείς το βράδυ ήμασταν στα σπίτια μας, μαζί με τους δικούς μας, ενώ μετά από λίγη ώρα
τα ΜΑΤ, ανέβαιναν για τη Δίβρη, αλλά έφυγαν έτσι όπως ήρθαν.
Την επόμενη μαθεύτηκε παντού η ηρωική αντίσταση των Δβριωτών.
Αυτός ο ξεσηκωμός και η αντίσταση της Δίβρης είχε σοβαρή απήχηση και έφθασε ως τα Τίρανα.
Αυτό έγινε η αιτία να δοθεί διαταγή ν’ ανοίξουν τα σύνορα, για να επακολουθήσει η μαζική
φυγή των επόμενων ημερών με τους τους χιλιάδες Βορειοηπειρώτες.
Οι διβριώτες δεν έσκυψαν το κεφάλι, παρέμειναν πιστοί σε αντιλήψεις, πνεύμα και συνείδηση.
Την εχθρότητα για το σύστημα την απέδειξαν στα τέλη του 1990.
Την ανδρεία τους, τη δίψα για λευτεριά και για Δημοκρατία, που τα φύλαγαν άθικτα,
βαθιά μέσα στην ψυχή τους, τα έκφρασαν σε όλο το μεγαλείο τους.

Την επόμενη μέρα, μια ηλιόλουστη μέρα, ήρθε στο χωριό, ο Κώστας Καλόγερος,
πρόεδρος της Νομαρχίας και προκάλεσε συγκέντρωση του λαού στην Κουλτούρα
(Σπίτι Μόρφωσης), ειδικά για το πρόβλημα των δραπετεύσεων.
Ενώ η συγκέντρωση συνέχιζε, το χωριό έξω ήταν στο πόδι, νέοι και νέες, παντρεμένοι με
οικογένειες και νιόπαντρα ζευγάρια ετοιμάζονταν για τη μεγάλη έξοδο.
Το απόγευμα έγινε το ξεκίνημα, ομάδες – ομάδες, άλλοι από τη δημοσιά και άλλοι από το
βουνό. Αποχαιρετήσματα, αγκαλιάσματα, φιλιά, ευχές για καλό ταξίδι.
Συγκινητικές στιγμές που δεν περιγράφονται εύκολα.
Μανάδες, μικρά παιδιά, σύζυγοι έκλαιγαν αποχωρίζοντας τα αγαπημένα τους πρόσωπα.
Έτσι έφυγε η πρώτη μεγάλη αποστολή από το χωριό μας. Πόσοι ήταν;!
Κανείς δεν τους μέτρησε, πολλοί!Η νύχτα έπεσε βαριά και κρύα.
Η αγωνία επικρατούσε σε όλες τις οικογένειες για το πως θα περάσουν τα σύνορα.

Κάποιο πρωί από τα τελευταία εκείνου του Δεκέμβρη
του ’90, στο μπαλκόνι της Κουλτούρας ξημέρωσε ένα
θαύμα, κυμάτιζε περήφανα μια αυτοσχέδια
γαλανόλευκη σημαία, ενώ είχε εξαφανιστεί το μεγάλο
πορτρέτο του αρχηγού.
Κάποιος θαρραλέος, νυχτιάτικα, αψήφησε κάθε
κίνδυνο και ζωντάνεψε εκείνη την προαιώνια επιθυμία
ενός άτυχου, βασανισμένου λαού.
Συναγερμός στο Κέντρο.
Παρουσιάστηκε ο ασφαλίτης. Κάποιος κατέβασε το
σύμβολο. Κανένας δεν είπε τίποτα και τι να έλεγε;
Εκείνος που το έκανε έμεινε αφανής και το γεγονός
πήρε τα πέρατα, γράφτηκε στις ελληνικές εφημερίδες ότι η Δίβρη
σήκωσε πρώτη την ελληνική σημαία μετά την κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος.

Η φυγή στις 28 Δεκέμβρη ήταν σχεδόν γενική από τα χωριά της περιοχής Ριζών – Βούρκου
με πρώτους τους 150 Γριαζδανίτες και συνέχισε στις 29-31 Δεκέμβρη.Ξημέρωσε και η μαύρη
Πρωτοχρονιά του 1991, που βρήκε τα χωριά μας άχαρα και τα παιδιά μας στους δρόμους
της νέας προσφυγιάς που μας χάρισε η δικτατορία του Χότζα-Αλία.Η φυγή αυτή ήταν αδιάκοπη
κατά τους πρώτους μήνες του 1991.
Ποίημα του διβριώτη Βασίλη Κούρη, αφιερωμένο στην ιστορική μέρα της ηρωικής αντίστασης
των Διβριωτών για την απελευθέρωση των παιδιών τους από τα χέρια της Ασφάλειας.

23η Δεκεμβρίου, η ηρωική μέρα της Δίβρης

Ήταν 23 Δεκέμβρη
που μας ήρθε το χαμπέρι,
εννιά παιδιά σας είναι πιασμένα
στο φυλάκιο κλεισμένα

Σε αυτοκίνητο θα να΄ναι
για το τμήμα θα τα πάνε.
Εκεί θα τους γίνει η δίκη,
έτσι είχαν μαύρη τύχη.

Πρώτοι μάθαν οι γονέοι.
πρωτοπόροι βγήκαν οι νέοι,
και χωρίς να χάνουν το χρόνο,
οδοφράγματα στο δρόμο.

Ειδοποιούνε το χωριό
μα με τρόπο μυστικό,
γιατί έχουν χαράξει
ένα σχέδιο για την πράξη.

Μα δεν άργησαν πολύ
που βρεθήκανε μαζί,
τώρα όλοι ενωμένοι
περιμένουν τι θα γένει.

Όρκο έκαμαν μαζί
για τη Δίβρη, θα ν΄ντροπή!
Αν θ΄αφήσουν τα παιδιά τους
να τα πάρουν φυλακή.

Ήρθε η ώρα η κακιά,
τ΄αμάξι με τα εννέα παιδιά,
προχωρούσε να περάσει,
μα το δρόμο έχουν φράξει.

Ανοίξτε δρόμο, βρε παιδιά,
ακούνε κάποιον να μιλά,
είναι όλοι οπλισμένοι
και θα βρείτε το μπελιά.

Η απάντηση είναι μία:
Απολύστε τα παιδιά!
Το χωριό είναι ορκισμένο
και δεν βγαίνει ντροπιασμένο.

Αρχίζουν να πυροβολούν
μήπως τάχα φοβηθούν,
ακούστηκε πιο δυνατά
του Ζήσο Κούρη η λαλιά:

Εμπρός! αδέρφια στα παιδιά!
και ας με χτυπήσουν στην καρδιά!
Στον πόλεμο έχω πληγωθεί
κι εδώ ας δώσω τη ζωή!

Σαν να τους όπλισε καλά
με ελαφρά και με βαριά,
ορμήσαν, όλοι μια φορά,
για να γλυτώσουν τα παιδιά.

Φωνές, κραυγές και ταραχές,
τα χάσαν οι στρατιώτες,
τις χειροπέδες έλυσαν,
στα αδέρφια, οι Διβριώτες.

Τ΄αφήσανε ελεύθερα,
γλυτώσαν τα παιδιά τους,
γυρίζουνε στα σπίτια τους
με την παλικαριά τους.

Αυτά να τα γνωρίζομε
να μην αλησμονούμε,
τη Δίβρη να υψώνουμε
να την ευγνωμονούμε.

Συνέντευξη της Γεωργίας Στέργιου,
πρωταγωνίστρια των γεγονότων και του παππού της ελληνοδιδάσκαλου
Χαράλαμπου Κίτσιου.