28 Οκτωβρίου 1940.Η γιαγιά Αλέξω και οι δύο Ιταλοί στρατιώτες.

0

Του Πέτρου Β. Κούρτη

28 Οκτώβρη 1940! Η μέρα του θρυλικού Ελληνικού μεγαλείου κατά του φασισμού. Η μέρα του μεγάλου «ΟΧΙ», απ’ το στόμα του ΜΕΤΑΞΑ και τον ηρωισμό της Ελληνικής λεβεντιάς.
Χιλιάδες στρατιώτες Ιταλοί, όλο λεβεντιά και περηφάνια, οπλισμένοι μέχρι τα δόντια αλλά και κρατώντας στο πηλίκιο τους από ένα φτερό, παρμένο από ουρά κόκορα, παρήλαυναν μπροστά μας κορδωμένοι, εκεί στο κέντρο του χωριού, σαν να πήγαιναν μπουγκουτζίδες στο γάμο της Έντας .
Είχαμε την εντύπωση πως θα μας άδειαζαν τη γωνιά την ίδια μέρα. Μα όχι. Μας κόνιασαν για μια νύχτα στο κέντρο του χωριού, κοντά στην κρύα βρύση και στις γύρω συνοικίες, για να σηκωθούν την άλλη μέρα να πιούν καφέ στα Γιάννενα και στη συνέχεια ούζο στην Αθήνα.
Τότε ήταν που δεν άφησαν τίποτα όρθιο από αυτά που κινούνται, όπως κοτόπουλα, κυψέλες μελισσιών κ.α.
Τη μεγαλύτερη ικανοποίηση όμως ένιωθαν σαν συναντούσαν καμιά δύστυχη χελώνα. Ανήξερες οι καημένες και όλο άγνοια, πλησίαζαν τη στρατοπέδευση να γευτούν τις κουράδες τους, τις οποίες έβρισκες με εκατοντάδες στην άκρη του δρόμου. Οι δύστυχες όμως ήρθαν να φάνε, αλλά τις έφαγαν.
Ακόμα και τα μικρά αβγουλάκια τους, με τα οποία πολλαπλασιάζονται, είχαν την ίδια τύχη ή μάλλον και χειρότερη. Δεν ήξεραν οι κακόμοιρες που θα βρουν το μάστορά τους.
Πριν ακόμα ξημερώσει για τα καλά, ο σαλπιστής της μεραρχίας, σήμανε συναγερμό. Ξεκίνησαν καπαρτισμένοι και όλο λεβεντιά. Το πρωινό αεράκι που έπνεε συνεχώς από την Ανατολή, έσπρωχνε φουρτουνιασμένο τα κοκόρινα φτερά τους που έμοιαζαν τώρα σαν κεραίες, προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ακριβώς σαν να τους έλεγαν «γυρίστε πίσω». Γύριζαν όμως;! Με τίποτα.
Εμπροσθοφυλακή τους και όλο καπαρτισμένοι, εκατοντάδες Αλβανοί εθελοντές και επιστρατευμένοι. Οι ελπίδες μεγάλες, τρομερές. Θα γύριζαν σίγουρα με γεμάτα τα χέρια. Μα δυστυχώς, γύρισαν γρήγορα με γεμάτα τα βρακιά, μέχρι τη σούφρα. Τους τοποθέτησαν στην πρώτη σειρά ασφαλώς, δήθεν από μεγάλο σεβασμό για τον απαράμιλλο ηρωισμό τους, σαν απόγονοι όπως λένε του Σκεντέρμπεη. Οι δυστυχείς όμως δεν πρόλαβαν να αγναντέψουν ούτε το Καλπάκι. Το πανικό και η λαχτάρα που ένιωσαν από τη σπάθα του Έλληνα τσολιά, δεν τους άφησε να φάνε ούτε κούμαρα από τις κουμαριές της Λιντίζντα και της Παύλας, όχι και να πιούν καφέ στα Γιάννενα και ούζο στην Αθήνα.
Όταν οπισθοχωρούσαν, το μόνο που άκουγες, ήταν οι λέξεις «μάμα μια». Έτρεχαν και έτρεχαν σαν τα αγελαδινά όταν τα τσιμπάει η μύγα του καλοκαιριού, χωρίς όπλα και καπέλα, μα ο δρόμος τους φαινότανε πως δεν είχε τέλος.
Κάποια στιγμή φτάσανε και πάλι στο χωριό μας. Εκεί στο πηγάδι του Αγιαντριά, όπου τυχαίως συνάντησαν την Αλέξω Παναγιώτη, η οποία είχε πάει στη βρύση να πάρει νερό. Κάθισαν για μερικά λεπτά εκεί γύρω στις πέτρες που υπήρχαν πριν, για να πάρουν μια ανάσα και συνάμα να πλύνουν τον πισινό τους.
Ο τόπος όμως σαν να μην τους δεχόταν. Έντρομοι και πανικόβλητοι έριχναν συνεχώς ματιές προς τα πίσω, μήπως και ξεμυτίσει κάποιος τσολιάς. Δεν πρόλαβαν να καθίσουν και αμέσως μερικούς τους έκλεψε ο ύπνος. Ένας απ’ αυτούς που μόλις τον είχε πάρει ο ύπνος, ξυπνά από κάποιον εφιάλτη κατατρομαγμένος, βάζοντας τις φωνές: «Μάμα μία. Μάμα μια»…!
Η γιαγιά Αλεξάνδρα, σαστισμένη έπιασε τα μαγουλά της με τα δυό της χέρια. Κάρφωσε για μια στιγμή τα μάτια της πάνω του, και γυρίζοντας ύστερα το πρόσωπο της από την άλλη πλευρά της καρυδιάς, το ‘βαλε στα γέλια. Κάτι μουρμούρισε μόνη της ύστερα, και χωρίς να χάσει καιρό, έβαλε τη βαρέλα στην κάνουλα να γεμίσει. Δύο Ιταλοί στρατιώτες την, πλησιάζουν κάπως διστακτικά και τις λένε στη γλώσσα τους:
– Mama mia Greco – Mama mia Greco…. !
Και η μαλέκω – Αλέξω, χωρίς να αργήσει τους λέει και αυτή στη γλώσσα της, την ελληνική:
– Τον κακό σας τον καιρό, μωροί χελωνοφάιδες του κερατά. Αμ, τι τους περάσατε τους έλληνες όροι μπουμπούνες, για κότες; Γι’ αυτό μου είχατε βάλει τα φτερά στο κεφάλι; Που τα ‘χετε τώρα τα φτερά; Εγώ, εγώ σας ρωτώ. Που τα έχετε τώρα τα φτερά; Αλλά τι κάθομαι και σας ρωτάω;! Τι κάθομαι και σας ρωτάω! Πού να τα βάλετε τώρα, στον κώλο σας, αφού καπέλο δεν σας έμεινε στο κεφάλι.
Η γιαγιά, μιλούσε συνέχεια και ούτε την ένοιαζε εάν οι συνομιλητές της την καταλάβαιναν ή όχι. Όταν κάποιος από αυτούς, θέλησε να της μιλήσει αυτή νευριασμένη του λέει:
– Αμ, τι μου αλέθεις και αλέθεις μωρέ πικοβαρεμένε; Τι μου αλέθεις σαν η Ζέπο μου; Δεν κοιτάζεις λίγο το μούτρο σου που κατάντησε σαν ο κώλος μου όταν τον πιάνει η χυμούρα; Για έτσι καταντήσατε, σαν ο κώλος μου…!
Εκείνη τη στιγμή, έρχεται στο πηγάδι και η Αγγέλλω του Παύλο Κούρτη, για να πάρει και αυτή νερό. Άκουσε βέβαια όλη τη συζήτηση με τον Ιταλό, και γι’ αυτό το λόγο δεν μπορούσε να κρατήσει τα γέλια. Ο άλλος Ιταλός στρατιώτης, πλησιάζει τότε την Αγγέλική και της λέει παρακαλεστικά:
– Mangiare, Mangiare….
Η Αγγέλλω κατάλαβε τι ζητούσε και αμέσως πετάγεται στο σπίτι της που το’ χε κοντά στη βρύση του χωριού φέρνοντάς τους ένα μεγάλο κομμάτι καλαμποκίσιο ψωμί.
Η Γιαγιά Αλέξω όμως, νομίζοντας πως την κατάλαβαν, τους ξαναμιλά στην Ελληνική:
– Εδώ περιμένετε, εδώ να σας φέρω κι άλλο, να φάτε το γουργό. Αφού δεν είχατε κώλο για παντρειά όροι μπουμπούνες, τι σας χρειάζονταν να πειράξετε τη σφηκοφωλιά; Ααα;! Τι σας χρειάζονταν μου λέτε; Αμ, τις γυναίκες σας και τα παιδιά σας…! Που τις αφήσατε τις γυναίκες σας, μου λέτε; Που; Αλλά τι κάθομαι και χάνω τα λόγια του βρόντου. Σάμπως σας καίγεται καρφί εσάς που τις δουλεύουν οι φίλοι σας! Σας κάνουν καλά! Πολύ καλά σας κάνουν. Όχι, θα περιμένουν εσάς πότε θα γυρίσετε και αν θα γυρίσετε; Καλά – καλά. Εδώ περιμένετε να σας φέρω τον περίδρομο να φάτε. Εδώ. Καθίστε κάτω να πάρετε και λίγο τον εαυτόν σας έως που να ‘ρθω.
Οι δυό στρατιώτες σαν να υπέκυψαν στις εντολές της γιαγιάς Αλεξάνδρας. Κάθισαν στην άκρη της βρύσης και αφού χαμογέλασαν με τη μοίρα τους, με την κατάντια τους, ακούμπησαν μετά στο μεγάλο βράχο που υπήρχε μέχρι το 1951 που άνοιξε ο αυτοκινητόδρομος, περιμένοντας την επιστροφή της αγαναχτισμένης Ελληνίδας. Δεν άργησε πολύ όμως. Τους έφερε ένα ολόκληρο ψωμί από καλαμπόκι και μια ολόκληρη πλάκα τυρί, τυλιγμένη σε ένα καθαρό άσπρο πανί. Τους το μοίρασε και τους έδωσε από μισό. Οι δύο στρατιώτες ιταλοί, αφού σηκώθηκαν όρθιοι, για να την ευχαριστήσουν, χαμογελαστά και καλοσυνάτα της λένε:
– Grazie, grazie…. (Ευχαριστώ, ευχαριστώ..)
Και η μακαρίτισσα, η Αλεξάνδρα τους απαντά:
– Ακόμα κάθεστε και δεν κλάνετε; Εμένα ρωτάτε; Κι εγώ τώρα που θα πηγαίνω εκεί στο λάκκο, θα κάμω και «γκρατς» και μπρούμ.
Ενώ είπε αυτά, άρχισε να μουρμουράει μόνη της: «Άιντε όρε πικοβαρεμένοι, άιντε. Έτσι θα σας φεύγουνε έως που να φτάσετε στην Ιταλία και αν φτάσετε ζωντανοί….
Καθ’ όλο αυτό το διάστημα της συζήτησης που έκαναν οι δύο γυναίκες με τους Ιταλούς στρατιώτες, οι άλλοι που είχαν ξαπλώσει στο έδαφος προσωρινά, από την μεγάλη κούραση και εξάντληση τους είχε κλέψει ο ύπνος για τα καλά.
Οι χορτασμένοι όμως τους ξύπνησαν όλους, για να τους πετάξουν στη θάλασσα την επόμενη μέρα, τα Ελληνικά νιάτα.
ΠΑΡΑΠΟΤΑΜΟΣ:
17.08.2014